Στα μονοπάτια του Αγραφιώτη

  • Νίκος Γαλάνης

  • Νίκος Γαλάνης, Pindos Hawks

Ανηφορίζοντας προς τον µαγικό κόσµο των Αγράφων, νιώθεις να αναπτερώνεσαι, να ξεφεύγεις από τα καθηµερινά και τετριµµένα, σαν να περνάς µια αόρατη πύλη, που σε οδηγεί σε µια άλλη διάσταση αντίληψης του χρόνου και του τόπου! Σε κάνει να αναρωτιέσαι, αν η ευτυχία κρύβεται στις τσιµεντουπόλεις που κατοικούµε…


Παρθένα δάση, άγρια ψηλά βουνά, ορµητικά νερά παγωµένων ποταµών, καταρράκτες. Και κάπου, διάσπαρτα, η παρουσία του ανθρώπου µέσα από τα αποτυπώµατά του, τις δηµιουργίες του· µονότοξα γιοφύρια, πέτρινα µονοπάτια, ερειπωµένα σπίτια, κρυµµένα µοναστήρια. Ένας τόπος που η σύγχρονη ιστορία της πατρίδας µας συναντά ένα µαγευτικό αγνό φυσικό περιβάλλον εν τη απουσία του ανθρώπου. Βλέπεις, η δύσβατη αυτή περιοχή των Αγράφων χτυπήθηκε όσο καµία άλλη από την αστυφιλία, τη φυγή των κατοίκων για ένα καλύτερο µέλλον στις πόλεις.

Με τη βοήθεια της Pindos Hawks και την παρέα του εξαιρετικού Παναγιώτη ∆αγρέ,   περνάµε από τη γέφυρα της Τατάρνας, σηµάδι ότι πατάµε πια Ευρυτανία. Είναι αργά το απόγευµα, σκοτάδι πια, αλλά από τη µια µεριά µας λούζει το φεγγαρόφως, που αντανακλά στη λίµνη Κρεµαστών και από την άλλη ο φουτουριστικός φωτισµός της        σύγχρονης γέφυρας. Η ιστορική παλιά γέφυρα της Τατάρνας, βαπτισµένη από την   οµώνυµη µονή της Παναγίας, έχει κατακλυστεί από το νερό της τεχνητής λίµνης από τη δεκαετία του 1960. Εκεί έγινε η πρώτη µάχη στη Στερεά Ελλάδα πριν 200 χρόνια, το 1821, την περίοδο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων.

Επινιανά

Το 4Χ4 αρχίζει να µουγκρίζει, καθώς κινούµαστε σε χωµατόδροµο. Πριν τη δεκαετία του 1980, το χωριουδάκι επικοινωνούσε µε τον υπόλοιπο κόσµο µέσω των µονοπατιών, που θα περπατήσουµε τις επόµενες δύο µέρες. Με προσωπικό κόπο και κόστος, που επιµερίστηκαν οι ίδιοι οι κάτοικοι, ανοίχτηκε το δίκτυο των χωµάτινων δρόµων και ακολούθησε το ρεύµα, το φως, το τηλέφωνο. Ένας από τους πρωτεργάτες είναι ο κ. Κώστας Γαντζούδης, ιδιοκτήτης του ξενώνα «Πανόραµα», όπου θα καταλύσουµε. Ένας αλλόκοτος στα µάτια µας ήρωας, αφού στην πιο παραγωγική του ηλικία, επέστρεψε στον τόπο καταγωγής του µε τη γυναίκα του και τα παιδιά του, αντίθετα από το δροµολόγιο που επέλεγαν όλοι οι άλλοι. Κρατάει το χωριό σχεδόν µόνος του, καθώς οι µόνιµοι κάτοικοι δεν φτάνουν διψήφιο αριθµό. Όπως µας εξοµολογείται, µε τα ίδια του τα χέρια, έχει ανοικοδοµήσει σχεδόν όλη την περιοχή, 140 από τα 150 σπίτια που υπάρχουν και γεµίζουν µονάχα το καλοκαίρι! Η ανάγκη τον µετέτρεψε σε µάστορα, ηλεκτρολόγο, υδραυλικό, ξενοδόχο, εστιάτορα, κτηνοτρόφο, ακόµα και τραυµατιοφορέα.

Ξυπνάω το επόµενο πρωί και πράγµατι ο ύπνος στο χωριό είναι αναζωογονητικός. Κατεβαίνω από το δωµάτιο, έτοιµος για τις ορεινές περιπλανήσεις µας γεµάτος ενέργεια. Στα 1.100 µέτρα υψόµετρο, η όρεξη έχει ανοίξει. Ο κ. Κώστας µας υποδέχεται µε µια ζεστή καληµέρα και έναν ακόµα πιο ζεστό, καυτό τραχανά, οµελέτες, σπιτικές µαρµελάδες από άγρια φρούτα του δάσους, αφράτα κέικ και ζυµωτό ψωµί. Απέναντι, παρατηρώ µια συστάδα βουνών που µοιάζουν µε τη φιγούρα µιας ξαπλωµένης γυναίκας. «Είναι η Ωραία Κοιµωµένη των Αγράφων» µου αποκρίνεται, σαν να κατάλαβε την απορία, που είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό µου.

Στην κοίτη του Αγραφιώτη

Μπαίνουµε στα τετράτροχα αγρίµια της Pindos Hawks και ξεκινάµε. Κινούµαστε δίπλα στον Αγραφιώτη ποταµό. Πολύβουος και ορµητικός. Ανεβαίνουµε όλο και ψηλότερα, περνώντας από ξύλινες γέφυρες και πυκνό ελατόδασος. Φτάνουµε στα 1.650 µέτρα υψόµετρο. Γύρω µας αµέτρητες κορυφές. Απρόσιτα, απάτητα, αχαρτογράφητα. Τα Άγραφα. Νιώθουµε, ότι αν τεντώσουµε τα ακροδάχτυλά µας, θα αγγίξουµε τα πουπουλένια σύννεφα πάνω από τα κεφάλια µας. Το κρύο τσουχτερό. Ξαναµπαίνουµε γρήγορα στα αυτοκίνητα και κατηφορίζουµε προς το Ασπρόρεµα. Ένας εγκαταλελειµµένος οικισµός, που σήµερα πια δεν ζει κανείς εκεί. Κατεβαίνουµε και συναντούµε µια γιαγιά, που έχει έρθει να δει το µποστανάκι της, λίγα κολοκύθια και πιπεριές.

Μοναδική της παρέα αποτελεί ένα σκιάχτρο, κρεµασµένο από ένα δέντρο, να αγναντεύει το φαράγγι, που ετοιµαζόµαστε να κατέβουµε. Οπλιζόµαστε µε µπατόν πεζοπορίας από τον Παναγιώτη, ρίχνουµε στην πλάτη τα σακίδια και ξεκινάµε. Η κατάβαση είναι απότοµη και πετρώδης. Πέτρα στην πέτρα, βράχο στον βράχο, άλλοτε σκαλισµένα από τον άνθρωπο κι αλλού από τη φύση. Αφήνουµε πίσω µας ερείπια της       ανθρώπινης παρουσίας. Κάποτε εδώ ζούσαν 30 οικογένειες. Από το   µονοπάτι που βαδίζουµε περνούσαν τα γαϊδουράκια και τροφοδοτούσαν το χωριό, όντας η µόνη τους επικοινωνία µε τον υπόλοιπο κόσµο.         Συνεχίζουµε την κατάβαση µαγεµένοι από τη µυρωδιά της φλαµουριάς, ενός φυλλοβόλου δέντρου, από όπου παίρνουµε το τίλιο. Προσπερνάµε προσκυνητάρια, πέτρινα ή σιδερένια, ταπεινά ενθυµήµατα ανθρώπων αγαπηµένων, προσευχές καρφωµένες στον βράχο. Με ένα τελευταίο σάλτο εισερχόµαστε στην κοίτη του ποταµού.

Το νερό τρέχει µε ταχύτητα και ήχο αλλά έχει αφήσει χώρο και για εµάς. Περπατάω πλάι του, µέσα στην κοίτη γραπώνοντας µε το ένα χέρι το µπατόν και µε το άλλο τεράστιους βράχους. Πότε πότε χρειάζεται να φτιάξουµε µια ανθρώπινη αλυσίδα χεριών, ώστε να περάσουµε στην άλλη µεριά και να συνεχίσουµε πάνω στο ίχνος του µονοπατιού. Τεράστια πλατάνια και πουρνάρια µας συντροφεύουν, βάζοντας και πράσινο χρώµα στην πολύχρωµη παλέτα της φύσης. Σε µερικά σηµεία, που η ροή του ποταµού κατεβαίνει απότοµα, το νερό µαζεύεται ανάµεσα σε βράχους, αφρισµένο και θορυβώδες, σαν να θύµωσε µε την παρουσία µας. Τόσο που δεν µπορώ να ακούσω τον διπλανό µου. Πότε κάτω από τον ζεστό ήλιο και πότε κάτω από τη σκιά του βουνού, συνεχίζουµε την πορεία µας, µιµούµενοι τους ανθρώπους, που για δεκαετίες έκαναν το ίδιο δροµολόγιο. Ξαφνικά, η κοίτη στενεύει και ο χώρος που µένει για εµάς είναι απειροελάχιστος. ∆ίπλα µας ορθώνονται αγριωποί γκρεµοί. Είναι ξεκάθαρο πως είµαστε µέσα στο φαράγγι και πρέπει να γίνουµε αµφίβιοι.

Πριν τη δεκαετία του 1980, το χωριουδάκι των Επινιανών επικοινωνούσε µε τον υπόλοιπο κόσµο µέσω των µονοπατιών, που θα περπατήσουµε τις επόµενες δύο µέρες.

Φαράγγι Ασπρορέµατος

Άλλος τοποθετεί ειδικά παπούτσια, άλλος συνεχίζει µε αυτά που φορούσε και οι πιο τολµηροί προχωρούν, πατώντας τα γυµνά πόδια τους στα κρύα γλιστερά βράχια του ποταµού. Σιγά σιγά το νερό φτάνει ίσαµε το γόνατο. Αν παραµείνεις ένα λεπτό παραπάνω, νιώθεις τα δάχτυλά σου να µουδιάζουν από τον παγωµένο Αγραφιώτη. Το να ισορροπείς, βαδίζοντας πάνω σε βράχια, βουτηγµένα στο ορµητικό νερό είναι τελικά µια πολύ δύσκολη διαδικασία. Πολλοί γλιστρούν και πέφτουν µα πάντα ένα χέρι από την οµάδα είναι εκεί, να τους συγκρατήσει. Κανείς µας δεν αποκτά µια µεγαλύτερη και πιο παγωµένη επαφή µε το νερό, ευτυχώς! Η οµάδα ενωµένη προχωρά µία από τη δεξιά όχθη και µία από την αριστερή. Μπροστά µας ο ήλιος, οδηγός, παίζει κρυφτό µε τις άκρες του φαραγγιού. Συναντάµε έναν µικρό καταρράκτη, περίπου τρία µε τέσσερα µέτρα, που σχηµατίζει µια µικρή λιµνούλα. Το νερό κρύσταλλο και πεντακάθαρο.

Η υδάτινη πορεία µας τελειώνει, µόλις συναντήσουµε τη µεγάλη τσιµεντένια γέφυρα και το Σκυλόρεµα, τον κυριότερο τροφοδότη του Αγραφιώτη. Ο Παναγιώτης ανακοινώνει στάση για ξεκούραση και αλλαγή παπουτσιών και όλοι µας υποδεχόµαστε µε ανακούφιση τα λόγια του. Στεγνές κάλτσες, ζεστά παπούτσια και βουρ στις σακούλες που έχουν ανοιχτεί. Σαλάµι, γραβιέρα, ζυµωτό ψωµί και τσίπουρο για όσους κρύωσαν. Καθώς µασουλάµε, συζητάµε για τη µέχρι τώρα εµπειρία µας, ενώ µαγευόµαστε από καλλιτεχνικούς λαξευµένους µαιάνδρους, που έχουν δηµιουργηθεί στον απέναντι βράχο. Ξεκινάµε πάλι, ενδυναµωµένοι σωµατικά αλλά και ψυχικά. Μετά από 5 λεπτά αφήνουµε το ποτάµι και πεζοπορούµε σε ένα πυκνό δάσος οξιάς.

Είναι τόσο πυκνό, που σκοτάδι έχει σκεπάσει το σκαλιστό µονοπάτι. Εντυπωσιάζοµαι από την τέχνη των παλιών µαστόρων, που στους απότοµους γκρεµούς του φαραγγιού έχουν κατασκευάσει ένα σταθερό δρόµο για ανθρώπους και ζώα. Ένας από αυτούς ήταν ο Χρήστος Ζιώγας. Όπως µας διηγείται ο γιος του, τον δένανε µε σχοινιά και τον κατέβαζαν στο ανάλογο ύψος, ώστε να τοποθετήσει εκρηκτικά και να σκαφτεί ο βράχος. Μαζί µε άλλους ντόπιους εργάστηκαν σκληρά για τη διάνοιξη των επικίνδυνων µερών του µονοπατιού. Σε κάποια σηµεία το µονοπάτι έχει υποχωρήσει και περνάµε µε ένα µικρό άλµα, ένας ένας, µε κοµµένη την ανάσα. Τολµάω να κοιτάξω προς τα κάτω. Γκρεµός. Κάποιος πετάει µια πέτρα, για να ακούσουµε την πρόσκρουση στο νερό. Μάταια. Η σύµπνοια της οµάδας συµπαρασύρει κι αυτούς που λιγοψυχούν. Περνάµε όλοι µε ασφάλεια και συνεχίζουµε την πορεία µας στη σµιλεµένη από τον άνθρωπο πλαγιά του φαραγγιού. Τώρα οι οξιές δίνουν τη θέση τους σε ένα παχύ ελατοδάσος.

Είναι γεµάτο από µανιτάρια κάθε σχήµατος, χρώµατος και µεγέθους. Το έµπειρο µάτι του Παναγιώτη ξεχωρίζει τα βρώσιµα. Με γρήγορες χειρουργικές κινήσεις γεµίζει µια σακούλα µανιτάρια, που θα απολαύσουµε τηγανητά, το βράδυ, στον ξενώνα. Ύστερα από λίγη ώρα, φτάνουµε σε ένα ξέφωτο. Ένα πέτρινο προσκυνητάρι µας µαρτυρά, πως αν σηκώσουµε το βλέµµα µας απέναντι, µπορούµε να διακρίνουµε τη Μονή της Παναγίας της Στάνας. Η Αγία των Αγράφων µοιάζει σαν να αιωρείται πάνω από τους απότοµους γρανιτένιους βράχους. Τα πόδια µου αρχίζουν να µη µε υπακούν από την κούραση αλλά λίγα λεπτά αργότερα, ύστερα από µια µικρή ανηφοριά, βγαίνουµε στην άσφαλτο και στην πινακίδα που σηµαίνει το τέλος του µονοπατιού. Αυτό που χρειαζόµαστε όλοι είναι ένα ζεστό µπάνιο, ένα σφηνάκι ρακόµελο στα Άγραφα και καλό ύπνο. Τα κάνουµε και τα τρία, µε αυτή τη σειρά!

Στην Τρύπα του Αγραφιώτη

Το επόµενο πρωί, έχω ξυπνήσει από τον διαπεραστικό ήχο ενός ζωηρού κόκορα. Προς έκπληξή µου, η παρέα είναι ήδη έτοιµη για νέες περιπέτειες. Αφού γευτούµε για ακόµη µία φορά το πλούσιο χωριάτικο πρωινό, αποχαιρετούµε τον κ. Κώστα, ευχαριστώντας τον για τη φιλοξενία και κυρίως για τις απίστευτες ιστορίες που µας εκµυστηρεύθηκε. Οδεύουµε µε τα τζιπ για την Τρύπα του Αγραφιώτη ή Τρύπα Όσκλιανη. Περπατώντας συναντάµε µια µεγάλη παρέα από κατσίκια και γίδια, που µας      ακολουθούν µάλλον από περιέργεια. Το µονοπάτι δεν είναι µεγάλο· έχει συνολικό µήκος 600-700 µέτρα. Στο τέλος του στενεύει φτάνοντας τα 4-5 µέτρα πλάτος, σχηµατίζοντας την χαρακτηριστική «τρύπα», που δέχεται και τον µεγαλύτερο όγκο νερού του Αγραφιώτη. Ολόγυρα ορθώνονται οι µεγάλοι κάθετοι βράχοι του φαραγγιού µε τα εντυπωσιακά πολύχρωµα πετρώµατα και τα νερά, που τρέχουν από ψηλά ,σχηµατίζοντας φασαριόζους καταρράκτες. Μία ήρεµη, µικρή λίµνη µπροστά ακριβώς από έναν πελώριο βράχο µας καλεί, να βουτήξουµε! Γιγαντιαία υδροχαρή φυτά κρέµονται από ψηλά µε το καταπράσινο σώµα τους να λειτουργεί ως υποδοχέας των άφθονων νερών, που κυλάνε µε βροντώδη ήχο. Οι υδάτινες κουρτίνες και οι σταγόνες που πεταρίζουν παντού, αντανακλώντας στο φως τα χρώµατα της ίριδας, δηµιουργούν ένα πανέµορφο σκηνικό, που θυµίζει το διάσηµο «Πανταβρέχει». Σε µικρότερη κλίµακα και σαφώς άγνωστο, ξεχασµένο, κρυµµένο. ∆ικαιολογεί απόλυτα τους µύθους, ότι εδώ κρύβονταν ληστές και φυγόδικοι. Όλοι συµφωνούµε όµως σε ένα πράγµα: κάπως έτσι πρέπει να είναι ο Παράδεισος!

Το φεγγαρόφως πάνω από τα ψηλά βουνά.

info's

H εκδροµή µας µε την Pindos Hawks περιελάµβανε επίσης επίσκεψη στη Μονή Σπηλιάς στα Κουµπουριανά και τη λίµνη Στεφανιάδα στην περιοχή της Αργιθέας. Η νεότερη φυσική λίµνη της Ελλάδας δηµιουργήθηκε το 1963 από µία κατολίσθηση, που έφραξε µε πέτρες και χώµατα την κοίτη του ρέµατος του Στεφανιώτη. Μοιάζει µε µπλε µαργαριτάρι στη µέση του πουθενά και στον βυθό της βρίσκονται τα παλιά σπίτια των χωριών, που καλύφθηκαν µε το νερό. Το 400 ετών πετρόχτιστο µοναστήρι βρίσκεται χτισµένο σε ύψος 900 µέτρων, µέσα στο βαθύ πράσινο των ελάτων και είναι ένα πραγµατικό θαύµα αρχιτεκτονικής. Εκτός από θρησκευτικής σηµασίας, αποτελεί και ιστορικό µνηµείο, καθώς ο Γεώργιος Καραϊσκάκης την είχε για αρχηγείο του, όταν µαχόταν στην περιοχή της Ρούµελης και της Ηπείρου.

∆ιαµονή, πρωινό ή φαγητό από αγνά, σπιτικά και ντόπια προϊόντα στο «Πανόραµα», του κ. Κώστα Γατζούδη στα Επινιανά. Λειτουργεί όλο τον χρόνο από το πρωί ως το βράδυ (τηλ.: 22370-94122, 6972330058). Κλείστε έγκαιρα την επόµενη εξόρµηση σας µε τoυς ειδήµονες της Pindos Hawks για µια ακόµη 4Χ4, εναλλακτική εµπειρία στα πιο σπάνια και δυσπρόσιτα τοπία της Πίνδου.
Πληροφορίες: www.pindoshawks.gr, www.facebook.com/northpindoshawks, τηλ.: 6948 949789 κ. Παναγιώτης ∆αγρές. Στην εκδροµή µπορούν να συµµετέχουν και φίλοι µε τα δικά τους αυτοκίνητα 4Χ4.

Παρόμοια ταξίδια

0
Shares