Περίπατος στην Πλάκα των λογοτεχνών

  • Θάλεια Νουάρου, Αναστασία Γέωργα

  • Θάλεια Νουάρου

«Ήταν ήσυχη η νύχτα και γλυκειά. Θερµή η ανάσα της κόλπωνε πάνω από την πολιτεία τον έναστρο θόλο τ’ ουρανού, κι ο αέρας έφερνε απαλό τον µύρο από βιολέτες. Οι καµπάνες σηµαίνανε αργά...Η εκκλησία είναι χωµένη ως ενάµισι µέτρο κάτω από την επιφάνεια της πλατείας. Τα παράθυρά της λάµπανε από τα κεριά. Ο κόσµος, ξεχειλίζοντας στην πόρτα, περίµενε απ’ έξω, γύρω στα πεζοδρόµια και στα σοκάκια. Στάθηκε κι αυτός και τέντωσε τα’ αυτί του, µηχανικά, ν’ ακούσει την ψαλµωδία…»

Άγγελος Τερζάκης, Μενεξεδένια Πολιτεία


Σε κάθε ταξίδι, τα βήµατά µου, µε πήγαιναν στα παλαιοβιβλιοπωλεία και η χαρά µου αµέτρητη, όταν ανακάλυπτα τους δικούς µου θησαυρούς: κάποιο παλιό, παραπεταµένο, ξεσχισµένο, σκονισµένο, µα για µένα πολύτιµο σχολικό βιβλίο…» Μ’ αυτά τα λόγια µας καλωσορίζει η ∆ρ. Ευαγγελία Κανταρτζή, πρόεδρος και ιδρύτρια του Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης, του Εθνικού Κέντρου Έρευνας και ∆ιάσωσης Σχολικού Υλικού (ΕΚΕ∆ΙΣΥ). Στην οδό Τριπόδων 23, µέσα στο νεοκλασικό διατηρητέο οίκηµα του 1850, µικροί και µεγάλοι µπορούν να αναψηλαφήσουν µια τεράστια συλλογή από σπάνια αρχεία και αντικείµενα, περιπλανώµενοι σε µνήµες, που συνθέτουν ολόκληρη την ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης. Πόση αγάπη, καλλιέργεια και µεράκι χρειάστηκε, για να συγκεντρωθεί και να οργανωθεί όλο αυτό το πολύτιµο υλικό...Το Κέντρο λειτουργεί χωρίς κρατική στήριξη, µε εθελοντική εργασία και ιδίους πόρους, που συγκεντρώνει µέσα από χορηγίες και τις δράσεις του, διοργανώνοντας πρωτότυπες εκδηλώσεις και ξεναγήσεις, που απευθύνονται σε µαθητές, γονείς, δάσκαλους και ένα ευρύτερα φιλοµαθές κοινό. «Της παιδείας οι µεν ρίζαι πικραί, οι δε καρποί γλυκείς», διαβάζουµε στην επιγραφή της αίθουσας του παλιού σχολείου…
Με συνοδό µας, τον συνεργάτη του Μουσείου, δηµοσιογράφο και συγγραφέα κ. Κώστα Στοφόρο, τον «µάγο των παιδιών», όπως εύστοχα τον χαρακτηρίζουν, ξεκινά η διαφορετική περιήγηση µας στην Πλάκα της τέχνης και των λογοτεχνών. Μια βουτιά στον χρόνο, γεµάτη εικόνες και ιστορίες µιας άλλης εποχής, εκείνης της υπέροχης ροµαντικής Αθήνας, των στοχαστών και των ερώτων.

Λίγα µέτρα κάτω απ’ το µουσείο στέκει εγκαταλελειµµένο το «σπίτι» του πιο αγαπηµένου ίσως κινηµατογραφικού ζεύγους, του Αντωνάκη και της Ελενίτσας Κοκοβίκου. Αναγνωρίζω ευθύς αµέσως τη σκάλα απ’ όπου η κυρία Ξ. Παπαµήτρου κατάβρεχε τη µπουγάδα της Ελένης. Μπροστά στην αυλή επέλεξε ο ∆ήµος να τοποθετήσει τα σκουπίδια και την ανακύκλωση, µαζεύοντας όλα τα µπάζα της γειτονιάς. Το κτίσµα που είναι γνωστό και σαν «το σπίτι του Καδή», ενός Τούρκου δικαστή, που απέτρεψε πολλές εκτελέσεις Ελλήνων απ’ τους οµοεθνείς του, είναι ένα από τα δώδεκα αρχοντικά της Πλάκας, που θα βγουν στο σφυρί για την εξόφληση του χρέους…«Παίρνω το καπελάκι µου και φεύγω» που θα 'λεγε κι ο Αντωνάκης…

«Βρισκόµαστε σε έναν από τους αρχαιότερους δρόµους της Ευρώπης, ηλικίας 2.500 ετών. Κατά τα Μεγάλα ∆ιονύσια, ο δρόµος κοσµούταν µε τους χάλκινους τρίποδες, έργα που αποδίδονταν ως έπαθλα στους χορηγούς των διάφορων νικητήριων αγώνων και τοποθετούνταν επάνω σε γιγάντιους κίονες κατά µήκος της οδού... Φανταστείτε µεγαλοπρέπεια…» Σαν άλλο «Φανάρι του ∆ιογένη», το µνηµείο του Λυσικράτους στο οµώνυµο πλατεάκι είναι το καλύτερο σωζόµενο χορηγικό µνηµείο της αρχαιότητας. Στο ίδιο σηµείο, το 1669, οι καπουτσίνοι έχτισαν τον ξενώνα της µονής, που ίδρυσαν το 1658 στην Αθήνα. Ανάµεσα σ’ άλλους φιλοξένησε και τον φιλέλληνα ποιητή Λόρδο Βύρωνα, ο οποίος ήρθε στην πόλη τα Χριστούγεννα του 1809 κι αργότερα διέµεινε στο σπίτι της οικίας του Άγγλου πρόξενου Προκόπη Μακρή, στου Ψυρρή. Εκεί, γνωρίζει και ερωτεύεται σφοδρά µια απ’ τις κόρες του, την Τερέζα, γράφοντας γι’ αυτήν το υπέροχο ποίηµα «Η κόρη των Αθηνών».

Λίγο πιο κάτω, ήταν το σπίτι του ∆ροσίνη µε την πασίγνωστη και χιλιοτραγουδισµένη «Ανθισµένη Αµυγδαλιά». Το ποίηµα έγραψε ο ποιητής για µια ξαδέλφη του κι έµεινε στα συρτάρια των εκδοτών για αρκετό καιρό. Επιστρέφοντας από το εξωτερικό, έκπληκτος ο ∆ροσίνης άκουσε να το τραγουδάνε. Είχε γίνει δηµοφιλές µε τον συνθέτη του να παραµένει άγνωστος ως σήµερα... Το εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου στην οδό Άρεως, όπου εκκλησιαζόταν ο Παπαδιαµάντης ανακαινίζεται εδώ και …δεκαετίες. Μια τεράστια λαµαρίνα στην είσοδο, κρύβει τα πάντα, εξυπηρετεί όµως τους εµπόρους της γειτονιάς, που κρεµάνε επάνω τις πραµάτειες τους…

Στην οδό Κυδαθηναίων θα επισκεφθούµε δύο από τα ιστορικότερα µαγαζιά της Πλάκας. Λειτουργούν αδιάκοπα για περισσότερους από δύο αιώνες κι έχουν τη δική τους θέση στη λογοτεχνική Αθήνα. Ο ΒΡΕΤΤΟΣ, µε τα αναρίθµητα φωτισµένα µπουκάλια από µπράντυ και λικέρ διακοσµηµένα ολόγυρα στους τοίχους, ήταν το πρώτο αποστακτήριο της Αθήνας. Ιδρύθηκε από τον Μιχαήλ Βρεττό το 1909 και πέρα από το φαντασµαγορικό πολύχρωµο θέαµα, που το καθιστά αξιοθέατο, εδώ διαδραµατίζεται και µια σκηνή του από το Φοβού τους ∆αναούς (Greeks Bearing Gifts) του Άγγλου Φίλιπ Κερ που έφυγε αναπάντεχα από τη ζωή τον Μάρτη του 2008. Το βιβλίο καταγράφει τις µέρες, τα έπη και το συνεχές αλισβερίσι του ήρωά του Μπέρνι µε το ναζιστικό παρελθόν, το δικό του και της χώρας του, πριν και µετά τον Β' Παγκόσµιο πόλεµο. Στη µετακατοχική και µετεµφυλιακή Ελλάδα ο Μπέρνι θα πιει ποτά στη «Μεγάλη Βρετανία», θα κυνηγήσει ναζί κάτω από τον Βράχο της Ακρόπολης, θα φυλακιστεί στο Χαϊδάρι...

Στο διπλανό υπόγειο, «Τα µπακαλιαράκια» είναι η αρχαιότερη εν ζωή ταβέρνα της Αθήνας. Η λειτουργία της ξεκίνησε το 1865 και σήµερα ανήκει στην τέταρτη γενιά της οικογένειας ∆αµίγου, οικοδόµων από τη Σαντορίνη, που έχτισαν µεταξύ άλλων και τα ανάκτορα του Όθωνα. Εκατοντάδες πολιτικοί, καλλιτέχνες, επώνυµοι κι ανώνυµοι έχουν κατέβει τούτα τα σκαλιά. «Εδώ δεν ερχόµαστε για φαγητό, αλλά για προσκύνηµα», συνήθιζε να λέει ο αείµνηστος Μάνος Χατζιδάκις. Χαζεύω τα ξύλινα κρασοβάρελα και τα δεκάδες κάδρα µε τις ασπρόµαυρες φωτογραφίες… Από τη Σοφία Βέµπω και την Σωτηρία Μπέλλου µέχρι τον Ελύτη και τον Σεφέρη, εδώ µοιάζει να γράφεται ολόκληρη η ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας...
Στο τέλος της Κυδαθηναίων στέκει η τριώροφη οικία, όπου έζησε ο νοµπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης. Ο πατέρας του, Στυλιανός Σεφεριάδης, έχτισε το σπίτι ερχόµενος από τη Σµύρνη το 1933. Στις τρεις τα ξηµερώµατα της 28ης Οκτωβρίου, ο Σεφέρης, υπεύθυνος του τότε Υπουργείου Τύπου, γράφει εδώ το διάγγελµα του βασιλιά…

Στην πλατεία της Φιλόµουσου Εταιρίας, σφηνωµένη ανάµεσα στα τραπεζοκαθίσµατα στέκει η προτοµή του ιστοριοδίφη, δηµοσιογράφου και ποιητή ∆ηµήτριου Καµπούρογλου. Γνωστός σαν «Αθηναιογράφος», την περίοδο 1941-1943,  το προπαγανδιστικό περιοδικό λογοτεχνίας «Κουαδρίβιο» (ελληνόγλωσση έκδοση της ιταλικής «Τίβερις»), του ζήτησε να δηµοσιεύσει κάποιο κείµενό του. Εκείνος αρνήθηκε πεισµατικά κι όταν οι πιέσεις εντάθηκαν, πρότεινε την αναδηµοσίευση παλαιότερου κειµένου του, µε τίτλο «Πώς ο Μοροζίνι ανατίναξε τον Παρθενώνα»… Ήταν το πρώτο δια εκλογής µέλος της Ακαδηµίας Αθηνών κι ίσως ο µόνος άνθρωπος που τον «µαρµάρωσαν» εν ζωή, θα µας πει ο Κώστας.

Από µια γωνία της οδού Αφροδίτης αντικρύζεις µια άλλη όψη του βράχου της Ακρόπολης που µοιάζει µε καράβι πετρωµένο. Στον αριθµό 7, ανάµεσα στα γκρεµισµένα σπιτάκια, αναζητούµε το «Μεθυσµένο Καράβι», τη λογοτεχνική ταβέρνα του ποιητή Μίχου Κάρη, που λειτούργησε για µια εικοσαετία (1942 – 1962). Φόρος τιµής στο οµότιτλο ποίηµα του Ρεµπό, υπήρξε αγαπηµένο στέκι φοιτητών και διανοούµενων της εποχής, όπως ο Σικελιανός, ο Βάρναλης, ο Λουντέµης, ο – νεαρός τότε – Αντώνης Σαµαράκης. «Όπου ανοίγει µια ταβέρνα, κλείνει µια φυλακή» έγραφε η επιγραφή στην είσοδό της...
Σε τούτα τα στενά, ο Άγγελος Τερζάκης εµπνεύστηκε τη «Μενεξεδένια Πολιτεία», το ροµαντικό αθηναϊκό αφήγηµα που εκδόθηκε το 1937. Ύµνος και δράµα µιας Αθήνας που χάνει την ειδυλλιακή της όψη, διατηρώντας τη γοητεία των περασµένων καιρών, τη νοσταλγία, την αφέλεια, την αρχοντιά τους. Η τηλεοπτική του µεταφορά το 1975 από τον Κώστα Φέρρη στην τότε ΕΙΡΤ άφησε εποχή.
Στην Πλάκα έζησε και ο χιλιοτραγουδισµένος Μπάρµπα Γιάννης Κανατάς. Μια µέρα εξαφανίστηκε χωρίς ποτέ κανείς να µάθει τίποτα για αυτόν. Οι φήµες στην Αθήνα οργιάζανε. Ίσως να ερωτεύτηκε µια νησιώτισσα και να την ακολούθησε, ίσως να ήταν κατάσκοπος των Βουλγάρων(!) Καλοκάγαθος και λίγο αδαής ήταν εύκολο να παρεισφρέει στις παρέες κι όλοι µιλούσαν µπροστά του χωρίς φόβο...

Μια λιτή πινακίδα στον αριθµό 5 της οδού Περιάνδρου πληροφορεί, πως εδώ πέθανε ο εθνικός µας ποιητής, Κωστής Παλαµάς. Για την ακρίβεια, εδώ έζησε τα τελευταία οχτώ χρόνια της ζωής του, µαζί µε τη σύζυγό του Μαρία και την κόρη τους Ναυσικά, µοιραζόµενοι το σπίτι του επάνω ορόφου µαζί µε άλλους ενοίκους. «Παραµερίζουµε ποιητή για να περάσεις», είχε πει το 1938 ο διορατικός Παλαµάς στον νεαρό τότε Ρίτσο, όταν του απήγγειλε «Το τραγούδι της αδερφής µου», θα µας πει ο Κώστας. «Μίλια µπροστά από την εποχή του είχε υπερασπισθεί µε πάθος τον κινηµατογράφο, όταν η τότε κοινή γνώµη τον καταδίκαζε ως ανήθικο.»
Στις 27 Φεβρουαρίου 1943, ο Παλαµάς αφήνει εδώ την τελευταία του πνοή, και την εποµένη πλήθος κόσµου συρρέει στο σπίτι και στους γύρω δρόµους για να τον συνοδέψει στην τελευταία του κατοικία. «Σ› αυτό το φέρετρο ακουµπά η Ελλάδα…», απήγγειλε αντί επικήδειου ο Άγγελος Σικελιανός σε µια ποµπή, που εξελίχθηκε ίσως στην κορυφαία µαζική αντιστασιακή εκδήλωση. Τραγική ειρωνεία, πως όταν αρρώστησε βαριά, η κόρη του ζητώντας βοήθεια από τον τότε κατοχικό πρωθυπουργό Λογοθετόπουλο, εκείνος της πρότεινε να µεταφερθεί σε άσυλο απόρων… Μέχρι σήµερα πάντως η όψη του ετοιµόρροπου αρχοντικού, που έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο µνηµείο, είναι τουλάχιστον θλιβερή.

Ανηφορίζουµε στα Αναφιώτικα − ένα νησί µες την Αθήνα, όπως λέει χαρακτηριστικά ο Κώστας στους µικρούς του φίλους. Συνεπαρµένη από την οµορφιά νιώθω και πάλι τυχερή που ζω σ' αυτήν την πόλη. Ψηλά, στον Άγιο Γεώργιο του Βράχου, µαθαίνουµε για το φτωχό κορίτσι από τη Σαντορίνη που ήρθε στα Αναφιώτικα κι εδώ την ερωτεύτηκε ένας Γερµανός διοικητής. Ατίθαση µα µε φωνή υπέροχη η µια τους κόρη, δεν ήταν άλλη από τη Μαρίζα Κωχ. Μες τα γραφικά στενά, αναζητάµε το σπίτι όπου οι Αναφιώτες λένε πως φιλοξενήθηκε ο Jim Morrison. Καθώς «ο ήλιος έριχνε τις τελευταίες του ακτίνες» µυούµαστε στον έρωτα της Σοφίας Λασκαρίδου µε τον ποιητή Περικλή Γιαννόπουλο και τους ροµαντικούς τους περιπάτους κάτω απ’ την Ακρόπολη. Με έκπληξη ανακαλύψαµε πως η πανέµορφη πλακιώτικη οικία στην οδό Πρυτανείου όπου διαδραµατίζεται η σκηνή του φόνου στο βιβλίο του Κερ, προσφέρεται για διαµονή. Ίσως ένοικοι και ιδιοκτήτες να το αγνοούν, µα εσύ µπορείς για µια βραδιά να νιώσεις µυθιστορηµατική ηρωίδα…

Πόσες ιστορίες, πόσες λέξεις, πόσοι έρωτες, πόσα µυστικά – αόρατες γέφυρες στη σκιά του Ιερού Βράχου να συνθέτουν τη συνέχεια τούτης της πόλης...

Στις 27 Φεβρουαρίου 1943, ο Παλαµάς αφήνει εδώ την τελευταία του πνοή, και την εποµένη πλήθος κόσµου συρρέει στο σπίτι για να τον συνοδέψει στην τελευταία του κατοικία.

info's

Οι θεµατικές ξεναγήσεις στην Πλάκα µε τον αστείρευτο Κώστα Στοφόρο έχουν πάντα κάτι διαφορετικό. Ο επόµενος περίπατος θα πραγµατοποιηθεί την Κυριακή 22 ∆εκεµβρίου στις 12.00 το µεσηµέρι και θα ‘ναι αφιερωµένος στον Αλέξανδρο Παπαδιαµάντη. Κρατήσεις θέσεων: 210 3250341, 6940 995443, Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.. Περισσότερες ξεναγήσεις, παρουσιάσεις βιβλίων και άλλες εκδηλώσεις του ΕΚΕ∆ΙΣΥ: www.ekedisy.gr.

Τα βιβλία του Κώστα Στοφόρου αφορούν ιστορίες που διαδραµατίζονται σε διάφορους τόπους ανά την Ελλάδα, και απευθύνονται σε παιδιά και εφήβους. Το τελευταίο του βιβλίο, Η σπηλιά του ∆ράκου - περιπέτεια στη Καστοριά, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Εκτός από τα βιβλιοπωλεία, τα βιβλία του διατίθενται και στο πωλητήριο του Μουσείου.

0
Shares